ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
Αγγραματική ομιλία (η) Agrammatic speech
αγγλοσαξονικός,-ή,-ό Anglo-Saxon
άγκιστρο brace
άγκιστρα (τα) brace notation / curly brackets
αγκύλες (οι) brackets / bracket notation
άγκιστρο curly bracket
Αγγλική ως ξένη γλώσσα (η) EFL
Αγγλική ως Δεύτερη Διάλεκτος (η) ESD
Αγγλική ως Δεύτερη Γλώσσα (η) ESL
αγκύλη square bracket