ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αποπροστριβοποίηση (η) | deaffrication |
| απορρινικοποιημένος,-η,-ο | denasalised |
| απορρινικοποιώ | denasalize |
| Αποπροσανατολιστική επιλογή (η) | distractor |
| απομονωτικός,-ή,-ό | isolating |
| απομονωτική γλώσσα (η) | language isolate |
| απόν σημείο αναφοράς (το) | missing antecedent |
| απόρριψη του pro (η) | pro-drop |
| απορριφθείς όρος (ο) | rejected term |
| απομονωτικός προσανατολισμός | segregative orientation |