ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| ανεξάρτητος από συμφραζόμενα | context-free |
| ανεξάρτητος,-η,-ο των συναφών εννοιών | context-independent |
| ανεπαρκή δεδομένα (τα) | impoverished data |
| ανεπαρκής γλώσσα (η) | impoverished language |
| Ανεξάρτητη πρόταση (η) | Independent clause |
| ανεξάρτητος παράλληλος νεωτερισμός (ο) | independent parallel innovation |
| ανεξάρτητος,-η,-ο | main |
| ανεξάρτητη πρόταση (η) | main clause |
| ανεπάρκεια του ερεθίσματος (η) | poverty of the stimulus, (POS) |
| ανεξάρτητος από τον ομιλητή | speaker independent |