ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αμερικανική αγγλική (η) American English
Αμερικανική Εταιρεία Βιβλιοθηκών (η) American Library Association
Αμερικανικό Εθνικό Σώμα (ΑΝC) (το) American National Corpus (ANC)
Αμερικανικός Εκδοτικός Οίκος Τυφλών (APHB) (ο) American Printing House for the Blind (APHB)
Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα (η) American Sign Language (ASL)
Αμασιατική (η) Amesian
Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα (η) ASL
αμαρκάριστος,-η,-ο unmarked
αμαρκάριστος/αποχαρακτηρισμένος/ασημάδευτος τύπος (ο) unmarked form
αμαρκάριστος/αποχαρακτηρισμένος/ασημάδευτος όρος (ο) unmarked term