ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
Ασσυριακή (η) (γλώσσα) Assyrian
αστερίσκος (ο) asterisk
αστάθεια (η) fuzziness
Αστερίσκος του Kleene (*) Kleene star (*)
Αστερίσκος του Kleene (*) kleenestar
ασταθή ρήματα (τα) labile verb
άσκηση με νόημα (η) meaningful drill
Αστερίσκος/αστέρι (ο/το) star
άσκηση υποκατάστασης substitution drill
άσκηση μετασχηματισμού (η) transformation drill