ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| απόλυτα επίθετα (τα) | absolute adjectives |
| απολεξικοποιημένο ρήμα | delexicalized verb |
| απολίθωση (η) | fossilization |
| απολιθωμένος,-η,-ο | fossilized |
| απολιθωμένη έκφραση (η) | frozen expression |
| απολαβή (η) | gain |
| απολεκτικός,-ή,-ό | perlocutionary |
| απολεκτική πράξη (η) | perlocutionary act |
| απολεκτικό αποτέλεσμα (το) | perlocutionary effect |
| απολέπτυνση (η) | thinning |