ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| ανθρωποκεντρική οργάνωση του λεξιλογίου (η) | anthropocentric organization of vocabulary |
| ανεύρεση δεδομένων (η) | data retrieval |
| ανεύρεση (η) | discovery |
| ανθρώπινοι παράγοντες (οι) | human factors |
| ανθρώπινος τρόπος σκέψης (ο) | human mind-set |
| ανθρωπισμός (ο) | humanism |
| Ανθρωπιστικός-ή-ό | Humanistic |
| ανθρωπιστική προσέγγιση (η) | humanistic approach |
| ανεύρεση πληροφοριών (η) | information retrieval |
| ανηθικότητα (η) | obscenity |