ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
Αφαρική (η) (γλώσσα) AA
Αφανική (Ορόμο) (γλώσσα) (η) Afan (Oromo)
Αφαρική (γλώσσα) (η) Afar
αφασία (η) aphasia
αφαιρετότητα της γλωσσολογικής θεωρίας (η) arbitrariness of linguistic theory
αφανής συνεπαγωγή (η) background entailment
αφασία Μπρόκα (η) Broca’s aphasia
αφασία αγωγής (η) conduction aphasia
αφαιρετικός-ή-ό subtractive
αφασία Βέρνικε (η) Wernicke’s aphasia