ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| απότομος,-η,-ο | abrupt |
| απότομη έμβαση της φωνής (η) | abrupt onset of voicing |
| απότομη άφεση (η) | abrupt release |
| αποτελεσματική/συμπερασματική πρότασηη (η) | consequence clause |
| αποτόνιση | destressing |
| Αποτελέσματα Πήτερς-Ρίτσι (τα) | Peters-Ritchie results |
| αποτελέσματος (του) | resultant |
| αποτελέσματος (του) | resultative |
| αποτελέσματος (του) | resulting |
| Απότομη άνοδος (η) | spike |