ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
απότομος,-η,-ο abrupt
απότομη έμβαση της φωνής (η) abrupt onset of voicing
απότομη άφεση (η) abrupt release
αποτελεσματική/συμπερασματική πρότασηη (η) consequence clause
αποτόνιση destressing
Αποτελέσματα Πήτερς-Ρίτσι (τα) Peters-Ritchie results
αποτελέσματος (του) resultant
αποτελέσματος (του) resultative
αποτελέσματος (του) resulting
Απότομη άνοδος (η) spike