ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αντικείμενο δανεισμού (το) | Be borrowed |
| αντιλαμβάνομαι | cognize |
| αντιλαμβάνομαι | cognize/cognise |
| Αντικείμενο αναφοράς λόγου (το) | discourse referent |
| αντικείμενο δυναμικό (το) | object dynamic (al) |
| αντικείμενο σύγκρισης (το) | object of comparison |
| αντικείμενο του αποτελέσματος (το) | object of result |
| αντικείμενο αναφοράς (το) | reference object |
| αντικείμενο αναφοράς (το) | referent |
| αντιλεξικά | reversed dictionaries |