ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

61 results
Greek Term English Term
Ψιθύρισμα (το), Μουρμούρα (η) breathiness
ψηφιακός δίσκος (ο) compact disc
ψηφίο digit
ψηφιακός-ή-ό digital
ψηφιακή επικοινωνία (η) digital communication
ψηφιακή μετάδοση digital transmission
ψευδώνυμο, παρωνύμιο, παρατσούκλι (το) nickname
ψευδώνυμο (το) pseudonym
ψιθύρισμα whispering
ψιθύρισμα whispery voice