ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αναστροφή (η) | anastrophe |
| ανασυλλαβίζω | resyllabify |
| Ανασυλλαβίζω, ανασυλλαβοποιώ | resyllabify |
| αναστροφή(η) | reversal |
| αναστροφή της γλωσσικής μετακίνησης (η) | reversal of language shift |
| αναστροφή της συγχώνευσης (η) | reversal of merger |
| ανάστροφος,-η,-ο | reversive |
| ανάστροφα αντίθετα | reversives |
| αναστροφικότητα (η) | reversivity |
| αναστροφή φορέα-τοπόσημου (η) | trajector-landmark reversal |