ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
ακραίος,-α,-ο apical
ακραίοι φθόγγοι (οι) apical sounds
ακραιο-φατνιακός-ή-ό apico-alveolar
ακραιο­οδοντικός-ή-ό, ακροδοντικός,-ή,-ό apico-dental
ακραιο­οδοντικός-ή-ό, ακροδοντικός,-ή,-ό apico-dental
ακραιο-ουρανο-φατνιακό (το) apico-post-alveolar
ακραίο μέρος (το) edge
Ακραίο μέρος (το), ακραίος-α-ο, Άκρο (το) edge
άκρη (η) tip
Άκρη (η), κορυφή (η) tip