ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αύξηση (η) augment
αυθεντικός-ή-ό authentic
αυθεντικότητα (η) authenticity
αυθεντία (η) authority
αυξανόμενος χρόνος (ο) exponential time
αυξημένη υπογλωττιδική πίεση (η) heightened subglottal pressure
αυξημένη υπογλωττιδική πίεση (η) heightened subglottal pressure
άυλο αντικείμενο (το) immaterial object
ΑΥΠ OCP
αυστηρή δομική επιβολή (η) strict c-command