ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| Ακάν (η) | Akan |
| ακαριαία παλλόμενο (το) ή ακαριαία παλμώδες (το) | flap |
| ακαριαία παλλόμενο (το) ή ακαριαία παλμώδες (το) | flapped |
| Ακέφαλη αναφορική πρόταση (η) | headless relative |
| ακαταλληλότητα (η) | inappropriateness |
| ακεραιότητα (η) | integrality |
| ακεραιότητα (η) | integrity |
| ακατέργαστο/απλό κόρπους (το) | raw corpus |
| ακατέργαστος/αστάθμιστος βαθμός (ο) | raw score |
| άκαμπτος δηλωτής (ο) | rigid designator |