ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| Απορρόφηση (η) | absorption |
| αποσπάσιμος,-η,-ο | alienable |
| αποσιώπηση (η) | aposiopesis |
| Απόρροια (η) | consequent |
| Απόρροια (η) | consequent |
| αποσημασιολογικοποίηση (η), σημασιολογικός αποχρωματισμός (ο) | desemanticization |
| αποσπασιμότητα | detachability |
| Αποσαφηνίζω, διασαφηνίζω | disambiguate |
| Αποσαφήνιση (η), διασαφήνιση (η) | disambiguation |
| Αποσαφήνιση (η), διασαφήνιση (η) | disambiguation |