ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αντιλεξικό (το) antidictionary
αντιληπτικό επίπεδο (το) articulatory level
αντιληπτή τριβή (η) audible friction
αντιληπτική φωνητική (η) auditory phonetics
Αντιληπτικός στόχος (ο) auditory target
αντιληπτικός,-ή,-ό perceptual
αντιληπτική διαθεσιμότητα (η) perceptual salience
αντιληπτική αφασία (η) receptive aphasia
αντιληπτικό/παθητικό λεξιλόγιο (το) receptive vocabulary
αντιληπτικό/αναγνωριστικό λεξιλόγιο receptive/recognition vocabulary