ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| άνοιγμα (το) | aperture |
| ανοδικός συντακτικός αναλυτής (ο) | bottom-up parser |
| άνοιγμα χειλιών (το) | lip opening |
| ανοδικό ημίφωνο (το) | on-glide |
| ανοικτή τάξη (η) | open class |
| ανοιχτή λειτουργία (η) | open function |
| ανοικτή άρμοση (η) | open juncture |
| ανοικτή σειρά (η) | open set |
| ανοικτό φωνήεν (το) | open vowel |
| ανοιχτή ερώτηση (η), ερώτηση ελεύθερης απάντησης/ανάπτυξης (η), ερώτηση ανοιχτής απάντησης (η), ερώτηση τύπου δοκιμίου (η) | open-ended question |