ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αναφορικός,-ή,-ό | anaphoric |
| Αναφορικός-ή-ό1, Αναπεμπτικός-ή-ό | anaphoric |
| αναφορικός έλεγχος (ο) | anaphoric control |
| αναφορικός-ή-ό | referential |
| αναφορικός ενδείκτης (ο) | referential index |
| αναφορικοί δείκτες (οι) | referential indices |
| αναφορικοί ενδείκτες (οι) | referential indices |
| αναφορικός-ή-ό, | referring |
| Αναφορικός-ή-ό3 | relative (rel, REL) |
| αναφορικοποίηση (η) | relativisation |