ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αναρθρία (η) | anarthria |
| Αναρρίχηση κλιτικού (η) | clitic climbing |
| Αναρρίχηση κλιτικού (η) | Clitic-climbing |
| αναρροφητικός,-ή-ό | implosive |
| αναρροφητικά (τα) | implosives |
| αναστολή, παρεμπόδιση (η) | inhibition |
| αναστρεψιμότητα (η) | reversibility |
| αναστρέψιμος-η-ο | reversible |
| ανασκόπηση (η) | revision |
| ανασκόπηση και περικοπή ύλης | revision and abridging |