ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αναπομπή (η) | anaphora |
| Αναπτυκτικός-ή-ό | anaptyctic |
| Αναπτυκτικός-ή-ό | anaptyctic |
| αναπτυκτικό φωνήεν (το) | anaptyctic vowel |
| αναπνευστική ομάδα (η) | breath group |
| αναπτυγμένη/ εξελιγμένη πίτζιν (η) | expanded pidgin |
| αναπόσπαστος,-η,-ο | inalienable |
| αναπνοή | respiration |
| αναπνευστικός τομέας | respiratory component |
| αναπνευστικό σύστημα, δραστηριότητα | respiratory system activity |