ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αναλφαβητικός (ο) | analphabetic |
| αναλυτικός,-ή,-ό | analytic |
| αναλυτικός τύπος γλωσσών (ο) | analytic language type |
| αναλυτικότητα (η) | analyticity |
| Ανάμειξη κώδικα (η) | code-mixing |
| ανάμειξη κωδίκων (η) | code-mixing |
| αναμφισήμιση (η) | disambiguation |
| Αναλφαβητισμός (ο) | illiteracy |
| Αναλφαβητισμός (ο) | illiteracy |
| Ανάμειξη (η) | mixing |