ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αμφίθημα (το) ambifix
αμφισβητούμενη λέξη (η) ambiguous word
αμφιλεγόμενη λέξη (η) ambiguous word
Αμφιγλωσσία (η) ambilingualism
αμφίθεση (η) ambiposition
αμφιπολιτιμικός,-ή,-ό, διπολιτισμικός,-ή,-ό bicultural
αμφίπλευρη συνεπαγωγή (η) bilateral implication
αμφιμονοσημαντότητα (η) biuniqueness
Αμφιμονοσημαντότητα (η), αμφιμονοσήμαντο (το) Biuniqueness
αμφιμονότιμος,-η,-ο, αμφιμονοσήμαντος,-η,-ο injective