ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| Αμερικανικός Σύλλογος Ευρετηριογράφων (ο) | American Society of Indexers |
| Αμερικανικός Καθιερωμένος Κώδικας Ανταλλαγής Πληροφοριών (ASCII) (ο) | American Standard Code for Information Exchange (ASCII) |
| αμερικανικός στρουκτουραλισμός/δομισμός (ο) | american structuralism |
| Αμερινδική υπόθεση (η) | Amerind hypothesis |
| Αμερινδική (η) | Amerindian |
| αμερόληπτο λεξιλόγιο (το) | bias-free vocabulary |
| άμεση καταχώρηση (η) | direct entry |
| άμεση αναφορά (η) | direct reference |
| άμεση κυριαρχία (η) | immediate dominance |
| άμεσα | on record |