ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αλφαβητάρι (το) | abecedary |
| αλφαβητάριος (ο) | alphabetarian |
| αλφαβητικά λεξικά (τα) | alphabetic dictionaries |
| αλφαβητικά διατεταγμένος,-η,-ο | alphabetically ordered |
| αλύσωση (η) | catenation |
| αλυσοειδής,-ής,-ές | catenative |
| αλυσοειδές ρήμα (το) | catenative verb |
| αλυσιδωτός,-ή,-ό | chain |
| αλυσιδωτή μετατόπιση (η) | chain shift |
| αλυσιδωτή σύνδεση (η) | concatenation |