ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
ΑΛΥΣΙΔΑ/ΑΛΥΣΗ CHAIN
αλυσίδωση (η) chaining
αλυσίδωση προτάσεων (η) clause chaining
αλυσιδωτά συνδεδεμένες ιδιότητες (οι) concatenative properties
Αλυσίδα έλξης (η) drag chain
αλυσίδα-μητέρα (η) matrix string
αλυσίδα μετακίνησης (η) movement chain
αλυσίδα πίεσης (η) push chain
αλυσίδα πίεσης (η) push chain
αλυσίδα ομιλίας (η) speech chain