ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αυτόματο λεξικό (το) automatic dictionary
αυτόματη προσθήκη ενδείκτη (η) automatic indexing
αυτόματη μηχανική μετάφραση (η) automatic machine translation
αυτόματο (το) automaton (pl. automata)
Αυτόματο Σύστημα Λεξικής Επισημείωσης της Πιθανότητας Εμφάνισης Συστατικών (CLAWS) (το) Constituent Likelihood Automatic Word-tagging System (CLAWS)
αυτόματο πεπερασμένης κατάστασης finite state automaton
αυτόματο πεπερασμένης κατάστασης finite-state automaton
αυτόματο στοίβας (το) pda
αυτόματο στοίβας ώθησης προς τα κάτω (το) push-down stack automaton
αυτόματο στοίβας (το) stack automaton