ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
Αυστραλοασιατική Εταιρεία Λεξικογραφίας (η) Australasian Association for Lexicography
αυστραλιανός-ή-ό Australian
αυστραλιανές ιθαγενείς γλώσσες (οι) Australian aboriginal languages
Αυστραλιανό Κόρπους Αγγλικών (ACE) (το) Australian Corpus of English (ACE)
αυστραλιανές γλώσσες (οι) Australian languages
Αυστηρή/ακριβής ταυτότητα (η) strict identity
αυστηρή συνεπαγωγή (η) strict implication
αυστηρή υποκατηγοριοποίηση strict subcategorization
αυστηρό συνώνυμο (το) strict synonym
αυστηρή συνωνυμία (η) strict synonymy