ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
Ατελικός-ή-ό atelic
Ατελικός-ή-ό atelic
ατελικά συμβάντα (τα) atelic events
άτλας (o) atlas
ατελής,-ές incomplete
ατελής ή ελλειπτική πρόταση (η) incomplete (or elliptical) sentence
ατέρμονος βρόγχος (ο) infinite loop
ατμοσφαιρικό it (το) weather it
Ατμοσφαιρικό it (το), μετεωρολογικό it (το) weather it
άτλας λέξεων (ο) word atlas