ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αρχαϊζον λεξικό (το) antiquating dictionary
Αρουμανική (η) (γλώσσα) Arumanian
αρυταινοειδείς χόνδροι (οι) arytenoid cartilages
αρχαία ελληνική (η) Greek
αρσενικός masculine
αρσενικό γένος (ο) masculine
Αρσενικό (το) Masculine
αρσενικός-ή-ό masculine, m, masc, MASC
αρχαία νορβηγική (η) old Norse
αρρηματικός–ή,-ό verbless