ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αριθμητική πράξη (η) arithmetic operation
αριθμήσιμος,-η,-ο count
Αριθμητός-ή-ό count
αριθμήσιμο όνομα (το) count noun
αριθμησιμότητα countability
αριθμήσιμος-η-ο countable
αριθμητικό σύστημα (το) number system
αριθμητικό (το) numeral
αριθμητικά (τα) numerals
αριθμητής (ο) numerator