ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αρθρωτής (ο) | articulator |
| αρθρωτικό ανάλογο (το) | articulatory analog |
| αρθρωτική δυναμική (η) | articulatory dynamics |
| Αρθρωτική κινηματική (η) | articulatory kinematics |
| αρθρωτική φωνητική (η) | articulatory phonetics |
| αρθρωτική φωνολογία (η) | articulatory phonology |
| αρθρωτική ρύθμιση (η) | articulatory setting |
| Αρθρωτική ρύθμιση (η), Ρύθμιση των αρθρωτών (η) | articulatory setting |
| άρθρωση στόχου (η) | target articulations |
| άρθρωση τεταμένου τεμαχίου (η) | tensing |