ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| απτρώνυμο (το), εύστοχο/κατάλληλο όνομα (το) | aptronym |
| απρόσκλητη διακοπή (η) | barge-in |
| απρόσωπος,-η,-ο | impersonal |
| απρόσωπη δομή (η) | impersonal construction |
| απρόσωπη παθητική (φωνή) (η) | impersonal passive |
| απρόσωπα ρήμα (το) | impersonal verb |
| απροσδιοριστία της επανασύνθεσης (η) | indeterminacy of reconstruction |
| απροσδιοριστία της σημασιολογίας | indeterminacy of semantics |
| απροσδιόριστος,-η,-ο | indeterminate |
| απτική αγνωσία (η) | tactile agnosia |