ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αποκλείω block
αποκλεισμένος,-η,-ο blocked
αποκλεισμός (ο) blocking
αποκλίνων-ουσα-ον deviant
αποκλίνω diverge
αποκλεισμός, έλεγχος επαφής (ο) exclusion
αποκλειστικός,-ή,-ό exclusive (excl)
αποκλείον «εμείς» exclusive “we”
αποκλείουσα διάζευξη (η) exclusive disjunction
αποκλειστικό πρώτο πληθυντικό πρόσωπο exclusive first person plural