ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αόριστος (ο) aorist (aor, AOR)
αοριστικός,-ή,-ό aoristic
αξονικότητα (η) axiality
αοριστολογία (η) equivocation
αόριστο άρθρο (το) indefinite article
αόριστη αντωνυμία (η) indefinite pronoun
αόριστη αναφορά (η) indefinite reference
Αόριστο φωνήεν (το) Indefinite vowel
αόριστη επιμεριστική αντωνυμία (η) partitive pronoun
αοριστικός ενεστώτας (ο) preterite-present