ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αξιοπιστία εναλλακτικών τύπων/μορφών δοκιμασίας (η) | alternate form reliability |
| αξίωμα (το) | axiom |
| αξιοπιστία ενδείξεων | cue reliabitlity |
| αξιολογητικός,-ή,-ό | evaluative |
| αξιολογητική κατανόηση (η) | evaluative comprehension |
| αξιοπιστία εσωτερικής συνέπειας (η) | internal consistency reliability |
| αξιοπιστία παράλληλων μορφών δοκιμασίας (η) | parallel form reliability |
| αξιοπιστία (η) | reliability |
| αξιοπιστία διά της διχοτόμησης της εξέτασης (η) | split-half reliability |
| αξιοπιστία εξετάσεως-επανεξετάσεως (η), αξιοπιστία δια της επανάληψης (της εξετάσεως) (η), αξιοπιστία με επαναχορήγηση δοκιμίου (η), αξιοπιστία των επαναληπτοικών μετρήσεων (η), μέθοδος της επανεξέτασης με το ίδιο τεστ (η), τεχνική ελέγχου-μετελέγχου (η) | test-retest reliability |