ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αντιπροτασιακός-ή-ό adsentential
αντιστοιχίζομαι be mapped
αντιστάθμιση compensation
αντιστοιχία εννοιών (η) concept correspondence
αντιστοιχία (η) correspondence
Αντιστοιχία (η), Αντιστοίχηση (η) correspondence
αντιστοιχίες μεταξύ των γλωσσών correspondences between languages
αντιστοιχία cοrrespοndence
αντιστοιχίζω map
αντιστοίχηση (η) map