ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
| Greek Term | English Term |
|---|---|
| αντιπνευματισμός (ο) | antimentalism |
| αντιπραγματικός,-ή,-ό | counter-factual |
| αντιπραγματική/αντιγεγονοτική πρόταση (η) | counterfactual sentence |
| αντιπροσωπευτικό δείγμα (το) | cross-sectional |
| αντιπροσωπεύω | represent |
| αντιπροσωπευτικός,-ή,-ό | representative |
| Αντιπροσωπευτικός-ή-ό, Αναπαραστατικός-ή-ό | representative |
| Αντιπροσωπευτικό Κόρπους Ιστορικών Αγγλικών Επιπέδων Ύφους (το) | Representative Corpus of Historical English Registers (ARCHER) Corpus |
| αντιπροσωπευτκό δείγμα (το) | representative sample |
| αντιπροσωπευτικότητα (η) | representativeness |