ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

2236 results
Greek Term English Term
αντιπνευματισμός (ο) antimentalism
αντιπραγματικός,-ή,-ό counter-factual
αντιπραγματική/αντιγεγονοτική πρόταση (η) counterfactual sentence
αντιπροσωπευτικό δείγμα (το) cross-sectional
αντιπροσωπεύω represent
αντιπροσωπευτικός,-ή,-ό representative
Αντιπροσωπευτικός-ή-ό, Αναπαραστατικός-ή-ό representative
Αντιπροσωπευτικό Κόρπους Ιστορικών Αγγλικών Επιπέδων Ύφους (το) Representative Corpus of Historical English Registers (ARCHER) Corpus
αντιπροσωπευτκό δείγμα (το) representative sample
αντιπροσωπευτικότητα (η) representativeness