ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

16348 results
Greek Term English Term
διάχυτος-η-ο diffuse (diff, DIFF)
διάδοση (η) diffusion
Διάδοση (η), διάχυση (η) diffusion
διάδοση αλλαγής diffusion change
ψηφίο digit
τριάδα ψηφίων digit triple
λέξη ψηφίου digit word
ψηφιακός-ή-ό digital
ψηφιακή επικοινωνία (η) digital communication
καταστολή με ψηφιακή ανατροφοδότηση digital feedback suppression