ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
Greek Term | English Term |
---|---|
Πρόταση ντάνκι (donkey) (η), ονική πρόταση (η) | donkey sentence |
δότης/δότρια | donor |
γλώσσα-δότρια | donor language |
διπλά σύμφωνα | Doppelkonsonanten |
δίφθογγοι | Doppellaute |
διπλά σύμφωνα | Doppie |
οπίσθιο μέρος της γλώσσας (το) | dorsal |
ραχιαίος | dorsal |
Ραχιαίος-α-ο | dorsal |
ράχη της γλώσσας | dorso |