ALL        Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ   Φ   Χ   Ψ   Ω 

16348 results
Greek Term English Term
περιοχικά εξειδικευμένες ικανότητες domain-specific abilities
κυριαρχία (η) dominance
κυριάρχηση (η) dominance
Κυριάρχηση (η), κυριαρχείν (το) dominance
κυριαρχώ dominate
κυριαρχώ, κυριαρχούμαι dominate
κυριαρχία domination
επικράτεια (η), κυριαχία (η) dominion
ονική πρόταση (η) donkey sentence
πρόταση ντάνκι (donkey) (η) donkey sentence