ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
Greek Term | English Term |
---|---|
περιοχικά εξειδικευμένες ικανότητες | domain-specific abilities |
κυριαρχία (η) | dominance |
κυριάρχηση (η) | dominance |
Κυριάρχηση (η), κυριαρχείν (το) | dominance |
κυριαρχώ | dominate |
κυριαρχώ, κυριαρχούμαι | dominate |
κυριαρχία | domination |
επικράτεια (η), κυριαχία (η) | dominion |
ονική πρόταση (η) | donkey sentence |
πρόταση ντάνκι (donkey) (η) | donkey sentence |