ALL Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
Greek Term | English Term |
---|---|
σύνθεση με υπαγόρευση (η) | dicto-comp |
διδακτικό λεξικό (το) | didactic dictionary |
θνήσκουσα γλώσσα | die language |
διαφορά | difference |
υπόθεση της διαφοράς (η) | difference hypothesis |
όριο διαφοράς | difference limen |
διαφορά έννοιας | difference of sense |
διαφορικός-ή-ό | differential |
λεξικά δυσκολιών | difficulties dictionaries |
περίθλαση | diffraction |