Αγγλικός Όρος
hedge (noun/verb) /hedging
Πηγή
Crystal (2008)
Προτεινόμενος Ελληνικός Όρος
Όρος
μετριασμός (ο), μετριάζω, επίσχεση (η), υπεκφυγή (η)

feedback